- κοιτολογία
- η(γεωλ.), ο κλάδος της γεωλογίας που ερευνά τα κοιτάσματα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
κοιτολογία — η βλ. κοιτασματολογία … Dictionary of Greek
κοιτασματολογία — και κοιτολογία, η γεωλ. κλάδος τής οικονομικής γεωλογίας που ασχολείται με την έρευνα τών μεταλλικών και μη μεταλλικών κοιτασμάτων … Dictionary of Greek